Στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόταση για έναν ενιαίο Κανονισμό δημοσίων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης. Αν ψηφιστεί, θα καταργήσει και τις τρεις Οδηγίες του 2014 πάνω στις οποίες στηρίζεται σήμερα ολόκληρο το σύστημα: τη γενική Οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις, εκείνη για τους φορείς ύδατος, ενέργειας, μεταφορών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, και εκείνη για τις παραχωρήσεις.

Δύο διευκρινίσεις χρειάζονται εξαρχής. Πρόκειται για πρόταση, η οποία βρίσκεται ήδη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και το κείμενο που θα ψηφιστεί τελικά πιθανόν να διαφέρει. Επιπλέον, ο ίδιος ο Κανονισμός προβλέπει ότι θα αρχίσει να εφαρμόζεται δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του, πράγμα που σημαίνει ότι ρεαλιστικά θα αφορά τους διαγωνισμούς που θα προκηρυχθούν από το 2030 και μετά. Θεωρούμε εντούτοις ότι αξίζει να το προσέξει κανείς από τώρα.

Από την Οδηγία στον Κανονισμό

Σημειώνουμε καταρχάς ότι πλέον η ΕΕ προωθεί ως Κανονισμό το νέο πλαίσιο και όχι ως Οδηγίες, που ήταν για πολλά χρόνια η καθιερωμένη πρακτική της. Αυτό συνεπάγεται ότι διεκδικεί μεγαλύτερη επεμβατικότητα και επιβάλλει μεγαλύτερο έλεγχο και περιορισμό στην ευχέρεια των Κρατών Μελών να προσαρμόσουν το νομοθετικό πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων στις εκάστοτε εθνικές τους πραγματικότητες. Ουσιαστικά, η ΕΕ επιβάλλει ομοιογενώς τις νέες ρυθμίσεις.

Πρακτικά, με την ψήφιση και τη δημοσίευση του νέου Κανονισμού, οι κυπριακοί νόμοι που μετέφεραν τις Οδηγίες του 2014 — ο Ν. 73(Ι)/2016 για τις δημόσιες συμβάσεις, ο Ν. 140(Ι)/2016 για τους φορείς κοινής ωφέλειας και ο Ν. 11(Ι)/2017 για τις συμβάσεις παραχώρησης — παύουν, στο μέτρο που απλώς αναπαράγουν το ευρωπαϊκό κείμενο, να έχουν αντικείμενο. Όποιος θέλει να βρει τι ισχύει δεν θα ανοίγει τον κυπριακό νόμο· θα ανοίγει το ευρωπαϊκό κείμενο. Και το ίδιο κείμενο, με την ίδια διατύπωση, θα ισχύει το ίδιο στην Κύπρο όσο και σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Εξαίρεση αποτελούν οι συμβάσεις άμυνας και ασφάλειας, οι οποίες παραμένουν εκτός πεδίου εφαρμογής και εξακολουθούν να διέπονται από χωριστή Οδηγία και, στην Κύπρο, από τον Ν. 173(Ι)/2011.

Για μια μικρή αγορά αυτό έχει δύο όψεις. Εξαλείφονται οι τοπικές ιδιομορφίες που δυσκολεύουν τη συμμετοχή ξένων προσφερόντων, και αντίστροφα ο κύπριος ανάδοχος που θέλει να διεκδικήσει έργο σε άλλο κράτος μέλος συναντά οικείο πλαίσιο. Ταυτόχρονα, στενεύει το περιθώριο της Δημοκρατίας να προσαρμόζει τους κανόνες στα δικά της μεγέθη.

Τι δεν αλλάζει

Η προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών

Το δικαίωμα του θιγόμενου προσφέροντος να αμφισβητήσει απόφαση αναθέτουσας αρχής δεν πηγάζει από τις Οδηγίες του 2014. Πηγάζει από δύο παλαιότερες Οδηγίες για τις διαδικασίες προσφυγής, τις οποίες η πρόταση για τον νέο Κανονισμό δεν καταργεί. Στην Κύπρο τις εφαρμόζει ο Ν. 104(Ι)/2010.

Η διάκριση βέβαια έχει σημασία, αφού ναι μεν δεν αλλάζει η διαδικασία αμφισβήτησης που οδηγεί στην ΑΑΠ, αλλάζει όμως το ουσιαστικό δίκαιο που εφαρμόζει η ίδια η ΑΑΠ.

Οι διαγωνισμοί κάτω των κατωφλίων

Οι ευρωπαϊκοί κανόνες καταλαμβάνουν μόνο τις συμβάσεις πάνω από ορισμένα χρηματικά κατώτατα όρια. Κάτω από αυτά, το κράτος μέλος ρυθμίζει όπως κρίνει, τηρώντας τις γενικές αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας. Η πρόταση διατηρεί αυτή τη λογική, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο, όπου μεγάλο μέρος των δημοσίων διαγωνισμών που προκηρύσσονται κινείται κάτω από τα κατώτατα όρια.

Τι αλλάζει ουσιαστικά

Το κριτήριο της ποιότητας παύει να είναι προαιρετικό

Σήμερα η ανάθεση με μοναδικό κριτήριο τη χαμηλότερη τιμή είναι μάλλον η συνήθης πρακτική των αναθετουσών αρχών στην Κύπρο. Η πρόταση του νέου Κανονισμού όμως καθιερώνει ως κανόνα τη «βέλτιστη σχέση ποιότητας και τιμής», με ελάχιστη στάθμιση 30% για τα κριτήρια ποιότητας. Για συμβάσεις που από τη φύση τους στηρίζονται στην ανθρώπινη εργασία το ποσοστό ανεβαίνει στο 50%, με δηλωμένη στόχευση να καλύπτει και ουσιώδεις κοινωνικές παραμέτρους.

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποκλίνει, αλλά όχι ελεύθερα: μόνο όπου η ποιότητα διασφαλίζεται μέσω των τεχνικών προδιαγραφών, των όρων εκτέλεσης της σύμβασης ή συνδυασμού τους, και οφείλει να δηλώσει ποιον από τους τρόπους αυτούς επικαλείται.

Η νέα αυτή ρύθμιση, εάν παραμείνει ως έχει στην πρόταση, θα είναι πρακτικά η μεγαλύτερη διαφορά από το υφιστάμενο πλαίσιο για την Κύπρο.

Φυσικά αυτό αφορά τόσο τις αναθέτουσες αρχές όσο και τους προσφοροδότες, αφού θα διαφέρει πλέον ο τρόπος τεκμηρίωσης των κριτηρίων ποιότητας και θα γίνεται αυστηρότερος έλεγχος.

Θα επηρεάσει επίσης σημαντικά τους προσφοροδότες που στηρίζονται συστηματικά στην ανταγωνιστική τιμή τους, αφού πλέον θα γίνεται και υποχρεωτική στάθμιση της ποιότητας της εργασίας τους.

Περιορισμοί στις προϋποθέσεις συμμετοχής

Ταυτόχρονα όμως, το πλαίσιο συμμετοχής στους διαγωνισμούς θα διευκολυνθεί σημαντικά, καθώς οι απαιτήσεις κύκλου εργασιών περιστέλλονται. Συγκεκριμένα, ο ελάχιστος απαιτούμενος κύκλος εργασιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 50% της εκτιμώμενης ετήσιας αξίας της σύμβασης, εκτός δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων. Η απαίτηση προηγούμενης εμπειρίας ειδικά σε δημόσιες συμβάσεις επιτρέπεται μόνο όπου δικαιολογείται αυστηρά από την πολυπλοκότητα ή τη φύση του αντικειμένου.

Πρόκειται για στοχευμένη κίνηση υπέρ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των νεοεισερχομένων, που σήμερα αποκλείονται συχνά όχι επειδή αδυνατούν να εκτελέσουν το έργο, αλλά επειδή δεν έχουν ξαναδουλέψει για το Δημόσιο και δεν μπορούν να αποδείξουν επαρκή πείρα, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται συχνά να σχηματίζουν κοινοπραξίες με άλλους πιο έμπειρους προσφοροδότες, φυσικά και νομικά πρόσωπα.

Λιγότερες διαδικασίες

Μια καινοτομία θα αφορά επίσης στην απλοποίηση του σημερινού πλαισίου, αφού στη θέση του σημερινού καταλόγου προτείνονται πλέον μόνο τρεις κύριες διαδικασίες: (α) μια ανοικτή διαδικασία, (β) μια δυναμική διαδικασία, όπου οι οικονομικοί φορείς εγγράφονται μία φορά και καλούνται στη συνέχεια για επιμέρους συμβάσεις καθώς αυτές προκύπτουν, και (γ) μια ειδική διαδικασία καινοτομίας, για την ανάπτυξη και απόκτηση καινοτόμων λύσεων που απαντούν σε κοινωνική πρόκληση.

Η διαπραγμάτευση επιτρέπεται και στις τρεις, με εγγυήσεις διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης.

Ψηφιακή υποδομή και δικαιολογητικά μία φορά

Η πιο ευπρόσδεκτη κατά τη γνώμη μας νέα πρόβλεψη αφορά τη διασύνδεση των εθνικών ηλεκτρονικών συστημάτων και τη δημιουργία υπηρεσίας ηλεκτρονικού ελέγχου επιλεξιμότητας, ώστε τα πιστοποιητικά ενός οικονομικού φορέα να αντλούνται αυτόματα από τις επίσημες πηγές αντί να συγκεντρώνονται εκ νέου σε κάθε διαγωνισμό.

Ευρωπαϊκή προτίμηση

Εισάγεται επίσης ρητό πλαίσιο ευρωπαϊκής προτίμησης. Υπό προϋποθέσεις, οι αναθέτουσες αρχές θα μπορούν να περιορίζουν τη συμμετοχή ή να ευνοούν προσφορές ενωσιακής προέλευσης.

Το πλαίσιο αυτό κωδικοποιεί πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία οι οικονομικοί φορείς τρίτων χωρών που δεν καλύπτονται από διεθνή συμφωνία δεν αντλούν δικαιώματα από το ενωσιακό δίκαιο δημοσίων συμβάσεων.

Συμπέρασμα

Ο νέος Κανονισμός δεν έχει ακόμη ψηφιστεί: η πρόταση βρίσκεται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και, ακόμη και μετά την ψήφισή της, θα μεσολαβήσει διετία πριν αρχίσει να εφαρμόζεται. Συνεπώς οι υφιστάμενοι διαγωνισμοί και όσοι θα προκηρυχθούν τα αμέσως επόμενα έτη δεν θα επηρεαστούν από τις αλλαγές.

Ωστόσο, η ΕΕ έχει πλέον κάνει γνωστή την κατεύθυνση που θέλει να δώσει στους δημόσιους διαγωνισμούς, και η κατεύθυνση αυτή αλλάζει τη μορφή του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων: από εθνικό νόμο που ενσωματώνει ευρωπαϊκές επιλογές, σε ευρωπαϊκό κείμενο που ισχύει ευθέως και περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα του κάθε Κράτους Μέλους να το εξατομικεύει στις δικές του συνθήκες.

Για όσους κινούνται συστηματικά σε δημόσιους διαγωνισμούς, η ουσιαστική προετοιμασία δεν είναι νομική αλλά εμπορική: πώς τεκμηριώνεται η ποιότητα μιας προσφοράς όταν παύει να αρκεί η τιμή. Και αυτό δεν προσαρμόζεται σε έναν μήνα.

Χρειάζεστε νομική αξιολόγηση;

Κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά της και από τα έγγραφα που τη συνοδεύουν. Για αρχική αξιολόγηση της δικής σας περίπτωσης, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Γραφείο στο info@topouzislegal.com.


Το παρόν άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν αποτελεί νομική συμβουλή για συγκεκριμένη υπόθεση.