Όταν ένας οικονομικός φορέας ενημερώνεται ότι η προσφορά του δεν έγινε δεκτή, η πρώτη αντίδραση είναι συνήθως να αναζητήσει τον λόγο της απόφασης. Το πρώτο όμως νομικό ερώτημα είναι διαφορετικό: πρόκειται για αποκλεισμό ή για απόρριψη της προσφοράς;

Η διάκριση δεν είναι θεωρητική. Επηρεάζει τη νομική βάση της διαφοράς, τα επιχειρήματα που μπορούν να προβληθούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις δυνατότητες θεραπείας.

Αποκλεισμός και απόρριψη δεν είναι το ίδιο

Κατά κανόνα, ο αποκλεισμός αφορά την καταλληλότητα του οικονομικού φορέα να συμμετάσχει στη διαδικασία. Παραδείγματα αποτελούν οι υποχρεωτικοί ή δυνητικοί λόγοι αποκλεισμού που προβλέπει η νομοθεσία, όπως ορισμένες ποινικές καταδίκες, σοβαρές φορολογικές ή ασφαλιστικές παραβάσεις, σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, σύγκρουση συμφερόντων ή σοβαρές πλημμέλειες κατά την εκτέλεση προηγούμενων δημόσιων συμβάσεων.

Η απόρριψη της προσφοράς αφορά συνήθως τη συμμόρφωση της ίδιας της προσφοράς προς τους όρους του διαγωνισμού. Μπορεί να σχετίζεται με τεχνικές αποκλίσεις, μη πλήρωση απαράβατων όρων, ελλείψεις στα απαιτούμενα στοιχεία, μη συμμόρφωση με τις τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες πλημμέλειες της προσφοράς.

Στην πράξη, οι δύο έννοιες ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται. Για τον λόγο αυτό απαιτείται πάντοτε εξέταση της συγκεκριμένης νομικής βάσης στην οποία στηρίχθηκε η αναθέτουσα αρχή.

Η σημασία της αυτοκάθαρσης

Όλοι οι λόγοι αποκλεισμού δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Η νομοθεσία διακρίνει μεταξύ υποχρεωτικών και δυνητικών λόγων αποκλεισμού, ενώ για αρκετές περιπτώσεις προβλέπεται η δυνατότητα λήψης μέτρων αυτοκάθαρσης (self-cleaning).

Ο οικονομικός φορέας μπορεί να αποδείξει ότι έχει λάβει επαρκή μέτρα για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του, όπως αποζημίωση της ζημίας, συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και εφαρμογή κατάλληλων οργανωτικών, τεχνικών ή μέτρων εταιρικής συμμόρφωσης.

Η αναθέτουσα αρχή δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί οποιαδήποτε επίκληση αυτοκάθαρσης. Οφείλει όμως να αξιολογήσει κατά πόσο τα ληφθέντα μέτρα είναι πράγματι επαρκή υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Οι συνηθέστεροι λόγοι απόρριψης προσφοράς

Στην πράξη, οι περισσότερες προσφυγές κατά αποφάσεων αναθετουσών αρχών αφορούν μία από τις ακόλουθες κατηγορίες.

Μη συμμόρφωση με τις τεχνικές προδιαγραφές

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να κρίνει ότι το προσφερόμενο προϊόν, έργο ή υπηρεσία δεν ανταποκρίνεται στις τεχνικές απαιτήσεις του διαγωνισμού.

Στις περιπτώσεις αυτές εξετάζεται αν η αξιολόγηση στηρίχθηκε στα πραγματικά στοιχεία της προσφοράς, αν οι τεχνικές προδιαγραφές ερμηνεύθηκαν ορθά και αν εφαρμόστηκαν με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους διαγωνιζομένους.

Έλλειψη δικαιολογητικών ή πιστοποιητικών

Η μη υποβολή απαιτούμενων εγγράφων αποτελεί έναν από τους συνηθέστερους λόγους απόρριψης.

Δεν οδηγεί όμως κάθε παράλειψη αυτομάτως σε αποκλεισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπεται η παροχή διευκρινίσεων για στοιχεία που υπήρχαν ήδη κατά τον χρόνο υποβολής της προσφοράς. Σε άλλες περιπτώσεις, η μεταγενέστερη προσκόμιση θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη μεταβολή της προσφοράς.

Η απάντηση εξαρτάται πάντοτε από τους όρους του διαγωνισμού και τη σχετική νομολογία.

Ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά

Η χαμηλή τιμή δεν αρκεί από μόνη της για την απόρριψη μιας προσφοράς.

Πριν αποκλείσει οικονομικό φορέα λόγω ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να ζητήσει εξηγήσεις και να αξιολογήσει αν η τιμή δικαιολογείται από αντικειμενικά στοιχεία, όπως η τεχνική λύση, η μέθοδος εκτέλεσης, οι ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες ή άλλοι νόμιμοι παράγοντες.

Η τήρηση της διαδικασίας αυτής αποτελεί συχνά κρίσιμο σημείο μιας προσφυγής.

Μη πλήρωση των κριτηρίων επιλογής

Ορισμένες υποθέσεις δεν αφορούν την ίδια την προσφορά αλλά την κρίση ότι ο οικονομικός φορέας δεν απέδειξε επαρκώς την οικονομική, τεχνική ή επαγγελματική του ικανότητα.

Στις περιπτώσεις αυτές εξετάζεται τόσο η ορθή ερμηνεία των όρων του διαγωνισμού όσο και η επάρκεια της αιτιολογίας της αναθέτουσας αρχής.

Διευκρίνιση ή ανεπίτρεπτη συμπλήρωση;

Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα στις δημόσιες συμβάσεις είναι η διάκριση μεταξύ επιτρεπτής διευκρίνισης και ανεπίτρεπτης μεταβολής της προσφοράς.

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ζητήσει διευκρινίσεις ή επεξηγήσεις σχετικά με στοιχεία που έχουν ήδη υποβληθεί.

Αντίθετα, δεν επιτρέπεται μεταγενέστερη συμπλήρωση ή τροποποίηση όταν αυτή οδηγεί ουσιαστικά στην υποβολή νέας προσφοράς ή μεταβάλλει ουσιώδη στοιχεία της ήδη υποβληθείσας προσφοράς κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Η σχετική διάκριση έχει διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφαρμόζεται πάντοτε με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.

Πού κρίνονται συνήθως οι υποθέσεις;

Οι περισσότερες επιτυχημένες προσφυγές δεν στηρίζονται σε ένα μόνο επιχείρημα αλλά σε συνδυασμό νομικών πλημμελειών.

Συνηθέστερα ζητήματα αποτελούν:

  • διαφορετική μεταχείριση συγκρίσιμων προσφορών,
  • ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία,
  • εσφαλμένη εφαρμογή των όρων του διαγωνισμού,
  • παράλειψη αξιολόγησης στοιχείων που είχαν ήδη υποβληθεί,
  • εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων περί διευκρινίσεων,
  • πλημμελής αξιολόγηση ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς,
  • παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας ή της αναλογικότητας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στην προσφορά αλλά στους ίδιους τους όρους του διαγωνισμού. Αν ένας όρος είναι παράνομος, δυσανάλογος ή περιορίζει αδικαιολόγητα τον ανταγωνισμό, πρέπει να προσβληθεί μέσα στις προθεσμίες που προβλέπει η νομοθεσία. Η μεταγενέστερη επίκλησή του, μετά την απόρριψη της προσφοράς, είναι συχνά εκπρόθεσμη.

Πριν αποφασίσετε αν θα προσφύγετε

Η πρώτη αξιολόγηση συνήθως επικεντρώνεται στα ακόλουθα ερωτήματα:

  • Πρόκειται πράγματι για αποκλεισμό ή για απόρριψη της προσφοράς;
  • Ποια συγκεκριμένη διάταξη ή ποιος όρος του διαγωνισμού επικαλείται η αναθέτουσα αρχή;
  • Υπήρχε δυνατότητα νόμιμης διευκρίνισης;
  • Τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης έναντι των λοιπών διαγωνιζομένων;
  • Ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, ιδίως σε περιπτώσεις ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς;
  • Υπήρχε έγκαιρη δυνατότητα αμφισβήτησης των όρων του διαγωνισμού;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη στρατηγική μιας ενδεχόμενης προσφυγής.

Συμπέρασμα

Η επιτυχία μιας προσφυγής σπάνια εξαρτάται μόνο από όσα συμβαίνουν μετά την απόρριψη της προσφοράς. Συνήθως καθορίζεται από την προετοιμασία που προηγήθηκε: την προσεκτική μελέτη των εγγράφων του διαγωνισμού, τον έλεγχο της προσφοράς πριν από την υποβολή, την έγκαιρη επισήμανση προβληματικών όρων και τη σωστή αξιολόγηση της νομικής βάσης κάθε απόφασης της αναθέτουσας αρχής.

Χρειάζεστε νομική αξιολόγηση;

Κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά της και από τα έγγραφα που τη συνοδεύουν. Για αρχική αξιολόγηση της δικής σας περίπτωσης, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Γραφείο στο info@topouzislegal.com.


Το παρόν άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν αποτελεί νομική συμβουλή για συγκεκριμένη υπόθεση.